IL CANTO FUNEBRE

https://negrarosanr.blogspot.com/2016/06/t-t-t-friedrich-nietzsche.html

“Laggiù è la silenziosa isola dei morti, laggiù sono anche le tombe della mia gioventù. Là io voglio portare una sempreverde ghirlanda di vita.

Avendo così deciso nel cuore, mi diressi oltre il mare.

O voi, visioni e apparizioni della mia gioventù! Oh, voi, sguardi d’amore, voi attimi divini! Come troppo presto periste! Io penso a voi oggi come ai miei morti.

Da voi, miei carissimi morti, mi giunge un dolce profumo, che scioglie il cuore e le lacrime. In realtà, fa tremare e scioglie il cuore al solitario navigante.

Io sono sempre e ancora il più ricco e il più invidiabile – io il più solitario! Siccome io vi ho avuto, e voi mi avete ancora: dite, a chi caddero come a me tante melagrane dall’albero?

Sempre io sono l’erede del vostro amore e la terra fiorita, in vostra memoria, di multicolori selvagge virtù, o voi adorati!

Ahimè, noi eravamo fatti per vivere vicino l’uno all’altro, incantevoli strane meraviglie; e non come timidi uccelli voi veniste a me e ai miei desideri, bensì fiduciosi in chi aveva fiducia!

Sì, fatti per la fedeltà, come me, e per l’eternità affettuosa: debbo chiamarvi sguardi e attimi divini anche dopo la vostra infedeltà: non ho ancora imparato un altro nome.

In realtà, troppo velocernente voi mi moriste, o fugaci. Non mi sfuggiste, né lo sfuggii a voi: noi siamo reciprocamente innocenti della nostra infedeltà.

Per uccidermi, strozzarono voi, uccelli canori delle mie speranze! Proprio così: contro di voi, diletti, si scagliò sempre la freccia della malvagità: per colpire il mio cuore!

E come colpì! Siccome voi siete i più cari al mio cuore, il mio possedere e il mio essere posseduto: perciò doveste morire giovani e troppo presto!

La freccia fu diretta contro ciò che in me era più vulnerabile: contro di voi, la cui pelle è come una piuma e un sorriso che un solo sguardo fa morire!

Ma una parola io voglio dire ai miei nemici: che cosa è l’omicidio in confronto a ciò che voi mi avete fatto?

Voi mi avete fatto più male di un omicida; mi avete tolto ciò che più non torna: così io vi dico, nemici miei!

Voi avete ucciso le visioni e le leggiadre meraviglie della mia gioventù! ‘Voi mi toglieste i compagni di gioco, i santi spiriti! Io depongo questa ghirlanda e questa maledizione in loro memoria.

Questa maledizione contro di voi, nemici miei! Voi scorciaste là mia eternità, come un suono che si spezza in una gelida notte! Solo come un muover di ciglia di un occhio divino essa mi giunse: un istante!

La mia purezza mi aveva detto un giorno in un’ora di bontà: ‘Ogni Essere mi sia divino’.

Allora voi mi assaliste con sporchi fantasmi; ahimè, dove è fuggita quell’ora buona?

‘Tutti i giorni mi sono sacri’: così parlò una volta la saggezza alla mia gioventù: in realtà, una parola di lieta saggezza!

Ma voi nemici mi rubaste allora le mie notti e le trasformaste in angoscia insonne: ahimè, dove è fuggita quella lieta saggezza?

Una volta io desiderai felici auspici: voi mi metteste sulla strada una mostruosa, ripugnante civetta. Ahimè, dove è fuggito il mio affettuoso desiderio?

Una volta io giurai di rinunciare ad ogni disgusto: ma ecco che voi trasformaste in ascessi i miei vicini e prossimi. Ahimè, dove fuggì allora il più nobile dei miei giuramenti?

Un giorno percorsi come cieco strade beate: ma voi spargeste sudiciume sulla strada del cieco: e ora egli ha schifo dell’antico sentiero del cieco.

E quando io ebbi compiuta la cosa più ardua e celebrai la vittoria di aver superato me stesso: allora voi faceste sì che coloro che mi amavano, gridassero che io facevo loro terribilmente male.

In realtà, questa fu sempre la vostra condotta: voi amareggiaste il miglior miele e la solerzia delle mie api migliori.

Voi inviaste sempre alla mia carità i più facciati mendicanti: e sospingeste sempre verso la mia compassione gli svergognati inguaribili. Così feriste le mie virtù nella loro fede.

E anche se io offrivo in sacrificio la cosa a me più sacra: subito la vostra ‘pietà’ vi aggiungeva i doni più grossi: così che nel vapore del vostro grasso soffocasse quello che a me era più sacro.

Una volta io volli danzare, come non avevo danzato mai: volevo danzare a volo sopra tutti i cieli. Allora corrompeste il mio più caro cantore.

Così che egli intonò una melodia tetra e raccapricciante che mi risuonò, ahimè! all’orecchio come un lugubre corno!

Cantore assassino, strumento della malvagità, più di tutti innocente! Io era già pronto per la mia migliore danza: e tu hai ucciso la mia estasi con il tuo canto!

Solo nella danza io riesco a dire con similitudini le cose più sublimi: ma la più sublime delle similitudini rimasta inespressa nelle mie membra!

Inespressa e delusa, la più sublime speranza! E con essa sono morti ogni visione e conforto della mia gioventù!

Come potei tollerare ciò? Come vinsi e superai tali ferite? Come poté l’anima mia risorgere da quella tomba?

Sì, qualcosa di invulnerabile, dl inseppellibile è in me, che frange le rocce: e si chiama la mia volontà.

Essa avanza tacita e immutabile attraverso gli anni.

Vuole marciare sui miei piedi, la mia vecchia volontà; è dura di cuore e invulnerabile.

Io sono invulnerabile solo nel mio tallone. Tu vivi sempre lì e sei sempre simile a te stessa, o pazientissima! Sempre ancora tu ti fai largo fra tomba e tomba!

In te vive ancora il non redento della mia gioventù; e come vita e gioventù tu siedi sperando qui fra le ingiallite rovine funebri.

Sì, tu sei ancora per me colei che distrugge ogni tomba: salve, mia volontà! E solo dove sono le tombe, vi sono resurrezioni.”

Così cantò Zarathustra.

<<<<<<<<<

Το Tραγούδι Tου Tάφου

Εκεί κάτω είναι το νησί των τάφων, το σιωπηλό: εκεί είναι και οι τάφοι της νιότης μου.

Εκεί θέλω να πάω ένα αειθαλές στεφάνι της ζωής.

Παίρνοντας αυτήν την απόφαση μέσα στην καρδιά μου διέσχισα τη θάλασσα.

Ω εσείς πρόσωπα και απρόσμενες εμφανίσεις της νιότης μου!

Ω εσείς, ματιές της αγάπης όλες, θεϊκές στιγμές!

Πως μου πεθάνατε τόσο γρήγορα! Σας σκέφτομαι σήμερα όπως τους νεκρούς μου.

Από εσάς, νεκροί που περισσότερο αγαπώ, μου έρχεται ένα γλυκό άρωμα, που λύνει την καρδιά μου και τα δάκρυά μου.

Αληθινά, δονεί και λύνει την καρδιά του μοναχικού θαλασσινού.

Πάντα είμαι ο πιο πλούσιος και ο πιο αξιοζήλευτος – εγώ, ο πιο μοναχικός!

Γιατί σας είχα ακόμη και με έχετε ακόμη: πείτε μου, για ποιoν άλλον έπεσαν, εκτός από εμένα, τέτοια κόκκινα μήλα από το δέντρο;

Πάντα είμαι ο κληρονόμος και το επίγειο βασίλειο της αγάπης σας, ανθίζοντας, καθώς σας θυμάμαι, από πολύχρωμες άγριες αρετές, ω εσείς οι πιο αγαπημένοι μου!

Αχ, ήμασταν φτιαγμένοι για να μένουμε κοντά, ω άγνωστα και γλυκά θαύματα.

Και δεν ερχόσασταν σε μένα με διακαή επιθυμία μου σαν δειλά πουλιά – αλλά σαν να εμπιστευόσασταν αυτόν που σας εμπιστευόταν!

Ναι, φτιαγμένοι για την εμπιστοσύνη, σαν εμένα, και για τρυφερές αιωνιότητες: πρέπει εγώ τώρα να σας δώσω το όνομα που ταιριάζει στην απιστία σας, ω εσείς, θεϊκές ματιές και στιγμές: κανένα άλλο όνομα δεν έμαθα ακόμα.

Αληθινά, πολύ γρήγορα μου πεθάνατε, ω φευγαλέοι.

Ωστόσο, δε φύγατε από εμένα κι εγώ δεν έφυγα από εσάς: αθώοι είμαστε, κι εσείς κι εγώ, μέσα στην απιστία μας.

Για να σκοτώσουν εμένα, στραγγάλισαν εσάς, εσάς ωδικά πτηνά των ελπίδων μου!

Ναι, εναντίον σας, πιο αγαπημένοι μου, έριχνε πάντα βέλη η κακία – για να χτυπήσει την καρδιά μου!

Και τη χτύπησε! Πάντα ήσασταν το πιο αγαπημένο πράγμα για μένα, αυτό που είχα στην κατοχή μου, αυτό που με είχε στην κατοχή του: για αυτό έπρεπε να πεθάνετε νέοι πάρα πολύ νωρίς!

Έριξαν βέλη πάνω στο πιο τρωτό πράγμα που κατείχα: σ’ εσάς, που το δέρμα σας μοιάζει με χνούδι, και περισσότερο με χαμόγελο, που πεθαίνει με μια ματιά!

Τούτη τη λέξη όμως θέλω να πω στους εχθρούς μου: τι είναι οποιαδήποτε ανθρωποκτονία μπροστά σε αυτό που μου κάνατε!

Αυτό που μου κάνατε είναι το χειρότερο από κάθε ανθρωποκτονία.

Μου πήρατε το ανεπίστρεπτο: – αυτό σας λέω, εχθροί μου!

Σκοτώσατε τις οπτασίες και τα πιο αγαπημένα θαύματα της νιότης μου!

Μου πήρατε τους συμπαίκτες μου, τα μακάρια πνεύματα!

Στη μνήμη τους αποθέτω αυτό το στεφάνι και αυτήν την κατάρα.

Αυτήν την κατάρα ξεστομίζω εναντίον σας εχθροί μου!

Δεν κάνατε μήπως σύντομη την αιωνιότητά μου, σαν τον ήχο που σβήνει μέσα στην κρύα νύχτα! Μου ήρθε μόνον σαν ματιά από θεϊκά μάτια – σαν στιγμή!

Έτσι μίλησε μια μέρα η καθαρότητα μου – την κατάλληλη ώρα: “θεϊκά πρέπει να είναι για μένα αυτά τα όντα”.

Τότε πέσατε πάνω μου, βρόμικα φαντάσματα.

Αχ, πού πέταξε άραγε εκείνη η κατάλληλη ώρα!

“Όλες οι μέρες πρέπει να είναι για μένα άγιες” – έτσι είπε μια μέρα η σοφία της νιότης μου: αληθινά, ήταν λόγια μιας χαρούμενης σοφίας!

Τότε όμως, εσείς εχθροί μου, μου κλέψατε τις νύχτες μου και τις πουλούσατε στο άυπνο μαρτύριο: αχ, πού πέταξε άραγε εκείνη η χαρούμενη σοφία;

Κάποτε λαχταρούσα να δω καλούς οιωνούς απ’ τα πουλιά: και φέρατε τότε πάνω από το δρόμο μου μια τερατώδη σιχαμένη κουκουβάγια.

Αχ, πού πέταξε η τρυφερή λαχτάρα μου;

Κάποτε υποσχέθηκα να απαρνηθώ κάθε αηδία: τότε μετατρέψατε τους γείτονες και τους πλησίον μου σε αποστήματα.

Αχ, πού πέταξε τότε η πιο ευγενής υπόσχεσή μου;

Σαν τυφλός ακολουθούσα κάποτε μακάριους δρόμους: τότε πετάξατε ακαθαρσία πάνω στο δρόμο του τυφλού: και τώρα του προκαλεί αηδία το παλιό μονοπάτι του τυφλού.

Και όταν έκανα αυτό που ήταν το πιο δύσκολο για μένα και γιόρταζα τις νίκες που είχα πετύχει πάνω στον εαυτό μου: τότε κάνατε εκείνους που μ’ αγαπούσαν να φωνάξουν ότι τους έκανα το μεγαλύτερο κακό.

Αληθινά, αυτό κάνατε πάντα: μου πικραίνατε το καλύτερο μου μέλι και χαλούσατε το μόχθο των καλύτερων μελισσών μου.

Στην αγαθοεργία μου στέλνατε πάντα τους πιο αναιδής ζητιάνους.

Γύρω από τον οίκτο μου βάζατε πάντα να σπρώχνονται οι πιο αθεράπευτοι ξεδιάντροποι. Έτσι πληγώσατε τις αρετές μου μέσα στην πίστη τους.

Κι όταν προσέφερα θυσία ό,τι πιο ιερό είχα: η “ευσέβεια” σας έσπευδε τότε να προσφέρει τις πιο παχιές προσφορές της: έτσι που ό,τι πιο ιερό είχα πνιγόταν μέσα στον καπνό του λίπου σας.

Και κάποτε θέλησα να χορέψω, όπως δε χόρεψα ποτέ: θέλησα να χορέψω πάνω απ’ όλους τους ουρανούς. Τότε μεταπείσατε τον πιο αγαπημένο μου τραγουδιστή.

Και να που τραγουδούσε με θλιβερό, ζοφερό τόπο.

Αχ, σάλπισε μέσα στ’ αφτιά μου σαν δυσοίωνο κόρνο!

Φονικέ τραγουδιστή, όργανο της κακίας, αθωότατε!

Ήμουν έτοιμος για τον καλύτερο χορό: κι εσύ σκότωσες με τους ήχους σου την έκστασή μου!

Μόνο με το χορό ξέρω να πω την παραβολή των ύψιστων πραγμάτων: – και τώρα έμεινε η ύψιστη παραβολή μου ανείπωτη στα μέλη μου!

Η ύψιστη ελπίδα μου έμεινε ανείπωτη και αλύτρωτη!

Και πέθαναν όλες οι οπτασίες και οι παρηγοριές της νιότης μου!

Πώς το άντεξα; Πώς άντεξα και ξεπέρασα τέτοιες πληγές; Πώς αναστήθηκε η ψυχή μου από τέτοιους τάφους;

Ναι, υπάρχει μέσα μου κάτι άτρωτο, που τίποτε δεν μπορεί να το θάψει, κάτι που ανατινάζει βράχους: αυτό είναι η θέλησή μου!

Σιωπηλή και αναλλοίωτη βαδίζει μέσα στα χρόνια.

Θέλει να βαδίζει με το βήμα της, πάνω στα πόδια μου, η γριά μου η θέληση.

Το πνεύμα της είναι σκληρόκαρδο και άτρωτο.

Άτρωτος είμαι μόνο στη φτέρνα μου.

Κι εσύ ζεις πάντα και μένεις όμοια του εαυτού σου, εσύ η πιο υπομονετική!

Πάντα καταφέρνεις να βρίσκεις δρόμο ανάμεσα στους τάφους!

Ζει ακόμη μέσα σου το αλύτρωτο της νιότης μου.

Και σαν ζωή και νιότη κάθεσαι εδώ ελπίζοντας πάνω στα κίτρινα χαλάσματα των τάφων.

Ναι, είσαι ακόμη για μένα ο χαλαστής όλων των τάφων: χαίρε, θέλησή μου!

Και μόνον εκεί όπου υπάρχουν τάφοι, υπάρχουν αναστάσεις.

Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα

image_pdfScaricare PDFimage_printStampare testo
(Visited 40 times, 1 visits today)